δαμαληφάγος

δᾰμᾰληφάγος [pron. full] [φᾰ], ον,
A beef-eating,

Ἀλκείδης AP9.237

(Eryc.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαμαληφάγος — δαμαληφάγος, ο (Α) (για τον Ηρακλή) αυτός που τρώει ένα ολόκληρο δαμάλι μόνος του. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάμαλις + φαγος < φαγείν, απαρμφ. αόρ. β τού εσθίω. Το συνδετικό φωνήεν η οφείλεται σε μετρικούς λόγους, προς αποφυγή τών αλλεπάλληλων βραχέων… …   Dictionary of Greek

  • δαμαληφάγε — δαμαληφάγος beef eating masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.